Έτσι έγινε ο εντοπισμός της Ηροδότου – Το ιστορικό

Written by  Jan 10, 2017 - 12:12

Άμεση έκδοση της Έφης Ηροδότου, του πατέρα της, Ηρόδοτου Ηροδότου (πρώην στρατιωτικού), και της μητέρας της, Νίτσας Ηροδότου, στις κυπριακές Αρχές αποφάσισε χθες η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.

Οι καταζητούμενοι από τις κυπριακές Αρχές για θανατηφόρο δυστύχημα και τα μετέπειτα που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης παρουσιάστηκαν χθες ενώπιον της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών μετά που εκτελέστηκαν τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψής τους. Η Έφη Ηροδότου φέρεται να ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε πως ήταν καταζητούμενη και ενημερώθηκε σχετικά τους τελευταίους μήνες. Μάλιστα, λέχθηκε στο Δικαστήριο ότι έγιναν επαφές της οικογένειας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, για να επιστρέψουν στην Κύπρο και να δικαστούν.

Η οικογένεια Ηροδότου προτίμησε τη μία από τις δύο επιλογές που είχε, δηλαδή να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για την έκδοσή τους. Είχαν και την επιλογή να μη συγκατατεθούν, οπόταν θα διεξαγόταν ακρόαση και εντός 60 ημερών το Εφετείο θα έπρεπε να είχε αποφασίσει επί του αιτήματος. Τώρα με την επιλογή που έκαναν, θα πρέπει εντός δέκα ημερών να παραδοθούν στις κυπριακές Αρχές. Αυτό που αναμένεται τώρα είναι η απόφαση του προέδρου του Συμβουλίου Εφετών και αμέσως να ειδοποιηθούν οι κυπριακές Αρχές για να παραλάβουν τους εκζητούμενους. Το Εφετείο Αθηνών διέταξε όπως οι τρεις παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την έκδοσή τους, ενώ η 30χρονη ζήτησε να την εξετάσει γιατρός καθώς αντιμετωπίζει πρόβλημα στο αφτί της.

Νωρίτερα χθες ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας Αντρέας Αγγελίδης είχε δηλώσει πως η κυπριακή Αστυνομία βρίσκεται σε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με τις ελληνικές Αρχές για τις οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με τη σύλληψη της καταζητούμενης Έφης Ηροδότου και δύο προσώπων του οικογενειακού της περιβάλλοντος.

Σχετικά με την υπόθεση όσον αφορά την Έφη Ηροδότου, η οποία ήταν καταζητούμενη αναφορικά με θανατηφόρο δυστύχημα που σημειώθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2007, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι υπήρχε πληροφορία από την Ιντερπόλ Λευκωσίας ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο καθώς και δύο άλλα πρόσωπα του στενού της οικογενειακού περιβάλλοντος (γονείς της) βρίσκονταν στην Αθήνα και πρόσθεσε ότι η πληροφορία αυτή διαβιβάστηκε στις ελληνικές Αρχές.

«Μας είχαν ενημερώσει την Κυριακή 08/01 (οι ελληνικές Αρχές) ότι είχαν εντοπιστεί τόσο η καταζητούμενη όσο και τα δύο πρόσωπα του στενού της οικογενειακού περιβάλλοντος» συμπλήρωσε. Ο κ. Αγγελίδης είπε ότι οι ελληνικές Αρχές τούς είχαν ενημερώσει ότι τα τρία άτομα είχαν προσαχθεί ενώπιον της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής. Για την εξέλιξη ενημερώθηκε σχετικά ο Γενικός Εισαγγελέας ώστε ν’ αρχίσει η διαδικασία έκδοσής τους. Ανέφερε, παράλληλα, ότι η σύλληψη της Έφης Ηροδότου αφορά υπόθεση πρόκλησης θανατηφόρου δυστυχήματος στις 27 Δεκεμβρίου το 2007.

Σημειώνεται πως εναντίον των γονιών της Έφης είχαν εκδοθεί διεθνή εντάλματα για τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλημμελήματος, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, επηρεασμό μαρτύρων, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Την υπόθεσή τους εξετάζει το ΤΑΕ Αρχηγείου.

Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι ο εντοπισμός τους έγινε, όταν ένα πρόσωπο αναγνώρισε τους γονείς της Έφης, την ώρα που βρίσκονταν σε ξωκκλήσι στη Νέα Ιωνία. Ενημερώθηκε η κυπριακή Αστυνομία που με τη σειρά της ενημέρωσε την Ιντερπόλ Αθηνών. Μετά τη σύλληψη των γονιών της, η 30χρονη κόρη τους παραδόθηκε στις ελληνικές Αρχές.

Η Έφη Ηροδότου είχε κατηγορηθεί για την πρόκληση θανατηφόρου δυστυχήματος με θύμα τον 17χρονο τότε μοτοσυκλετιστή Αιμίλιο Ιωάννου τον Δεκέμβριο του 2007. Τον Νοέμβριο του 2008 άρχισε η δικαστική διαδικασία, η οποία ολοκληρώθηκε στις 3 Ιουλίου του 2009. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, η κατηγορούμενη απαλλάχθηκε από τις τρεις κατηγορίες, που αφορούσαν την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, την παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη και την πρόκληση του δυστυχήματος. Βρέθηκε ένοχη μόνο για την κατηγορία εγκατάλειψης της σκηνής του δυστυχήματος και της επιβλήθηκε ποινή δύο μηνών φυλάκισης με αναστολή, καθώς και τρία χρόνια στέρησης της άδειας οδήγησης, ενώ έπρεπε να καταβάλει το ποσό των €120 για έξοδα δικαστηρίου.

ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ ΕΠΑΝΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΤΟ 2011

Μετά την εξέλιξη της αθώωσης της 20χρονης τότε Έφης, η οικογένεια του θύματος αντέδρασε και κατήγγειλε στον Γενικό Εισαγγελέα, τη δημόσια κατήγορο, ενώ παράλληλα ζήτησε αποστενογράφηση των πρακτικών της δίκης.

Μάλιστα, σε συνάντηση που είχαν με τον αρχηγό Αστυνομίας Μιχάλη Παπαγεωργίου, ο ίδιος τους ανέφερε ότι κάτι άσχημο έγινε σε αυτή την υπόθεση. Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, παρενέβησαν τόσο η Γενική Εισαγγελία όσο και η Τροχαία, αφού με βάση την απόφαση απορριπτόταν η νομιμότητα της διαδικασίας του αλκοτέστ. Ελέγχοντας τα πρακτικά της δίκης αποκαλύφθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε το πιστοποιητικό έγκρισης της μηχανής αλκοτέστ, παρά τις τρεις ευκαιρίες που της δόθηκαν. Παρουσίασε μόνο μια απόφαση γενικής φύσεως, η οποία δεν αναφερόταν στον συγκεκριμένο αύξοντα αριθμό μηχανής.

Μετά από την εξέλιξη αυτή ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση, ενώ στο διάστημα που μεσολάβησε ο Αρχηγός της Αστυνομίας άρχισε τη διεξαγωγή έρευνας εναντίον όσων αστυνομικών είχαν εμπλοκή στην υπόθεση. Με βάση την απόφαση της έφεσης στις 3 Μαρτίου 2011, το δικαστήριο εντόπισε παραποιημένα στοιχεία και αποφάσισε την επανεκδίκαση της υπόθεσης.

Νωρίτερα, και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2011, είχε προηγηθεί η σύλληψη της δημόσιας κατηγόρου και δύο δικηγόρων για κάποια αδικήματα, μεταξύ αυτών πλαστογραφία, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, κατάχρηση εξουσίας, συμβιβασμός κακουργήματος και δεκασμός δημοσίου λειτουργού. Στην πορεία, η Εισαγγελία αποφάσισε να αναστείλει τις κατηγορίες εναντίον της δημόσιας κατήγορου, ενώ η ίδια αποχώρησε από την Υπηρεσία. Ο δικηγόρος υπεράσπισης αθωώθηκε από τις κατηγορίες που τον αφορούσαν, τον Απρίλιο του 2015.

Πρωτόδικο δικαστικό σφάλμα είδε το Εφετείο

Στις ποινικές υποθέσεις η καλύτερη μαρτυρία είναι αυτή που προέρχεται από ανεξάρτητο και αξιόπιστο αυτόπτη μάρτυρα του εγκλήματος. Στην πολύκροτη υπόθεση της Έφης Ηροδότου, η οποία μετά από χρόνια φυγοδικίας συνελήφθη στην Ελλάδα και κινήθηκαν οι διαδικασίες έκδοσής της, όχι μόνο υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας, αλλά κρίθηκε πρωτόδικα και ως αξιόπιστη. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο διέπραξε σοβαρό σφάλμα αποκλείοντας τελικά τη μαρτυρία της στηριζόμενο σε επουσιώδεις παραμέτρους, όπως διεφάνη στο Εφετείο.

Η σύλληψη της Ηροδότου φέρνει ξανά στην επιφάνεια την υπόθεση του δυστυχήματος, το οποίο συνέβη τα ξημερώματα της 27ης Δεκεμβρίου του 2007 στη διασταύρωση της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λεμεσό, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του 17χρονου οδηγού μοτοποδηλάτου Αιμίλιου Ιωάννου.

Η κατηγορούμενη δικάστηκε και αθωώθηκε στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας, στην κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ και στην κατηγορία της μη συμμόρφωσης με τα φώτα τροχαίας. Αντίθετα, καταδικάστηκε στην κατηγορία της εγκατάλειψης σκηνής δυστυχήματος και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με τριετή αναστολή και αποστέρηση του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο τριών ετών.
Ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση και το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφασή του τον Μάρτιο του 2011, διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης για την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας και για την κατηγορία της μη συμμόρφωσης με σήμα τροχαίας.

Ανατρέποντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση του Εφετείου, διαπίστωσε ότι «από την όλη μαρτυρία, όπως την είχε αποδεχτεί το πρωτόδικο δικαστήριο, φαίνεται ότι όσον αφορά τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα οι μόνοι μάρτυρες που είχαν προσωπική γνώση, λόγω της εκεί παρουσίας τους, ήταν η Μ.Κ.1 (σ.σ. αυτόπτης μάρτυρας) από τη μια και η εφεσίβλητη (σ.σ. η κατηγορούμενη) από την άλλη, αφού η συνοδηγός της δεν κλήθηκε από οποιονδήποτε να καταθέσει. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε με σαφήνεια ότι η εφεσίβλητη εισήλθε στη διασταύρωση με κόκκινα φώτα, ενώ το φως της πορείας του θύματος ήταν πράσινο. Η μόνη περί του αντιθέτου μαρτυρία ήταν αυτή της εφεσίβλητης, την οποία όμως το δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστη και κατέληξε ως εξής: “Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω κατηγορηματικά τη μαρτυρία της κατηγορουμένης αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα ως πλήρως αναξιόπιστη και αναληθή”».

Με αυτά τα δεδομένα, η κατάληξη του Εφετείου ήταν ότι «ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέκλεισε πλημμελώς απόδειξη, δηλαδή τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 την οποία μάρτυρα χαρακτήρισε ότι ήταν αρκετά σταθερή στη δική της εκδοχή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Όλοι οι λόγοι αποκλεισμού της μαρτυρίας αυτής ήταν επουσιώδεις και δεν έπρεπε να τους δοθεί η σημασία που τους αποδόθηκε».
Μετά την έκδοση της κατηγορούμενης, θα δοθεί προτεραιότητα στην επανεκδίκαση της υπόθεσης δυνάμει της σχετικής οδηγίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εξέταση της έφεσης.

Πηγή:philenews
Γράφουν: Μιχάλης Χατζηβασίλης, Νέαρχος Κυπριανού